22/4/16

Ο έρωτας στην εποχή των μειωμένων προσδοκιών


Οι προδομένοι εραστές (Ζακ Πρεβέρ)
«Εγώ είχα τη λάμπα
κι εσύ είχες το φως
Ποιος πούλησε το φυτίλι
Το παραπάνω ποίημα του Ζακ Πρεβέρ μιλάει για ένα προδομένο έρωτα. Ένα έρωτα που έσβησε μόνος του, που φθάρθηκε με την πάροδο του χρόνου. Ποιήματα σαν αυτά, για έρωτες που έσβησαν αλλά πρώτα έλαμψαν, φαίνεται πως δεν θα βλέπουμε πια στο μέλλον, παρά μόνο από εφήβους, από εκείνους που δεν πρόλαβαν να μάθουν σωστά το μάθημα της πολιτικής ορθότητας στον έρωτα. Εντύπωσή μου είναι πως ζούμε σε ένα κόσμο μειωμένων προσδοκιών στα πάντα, κι αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο τις προσδοκίες μας ως πολιτικά όντα, αλλά ακόμα και τις προσδοκίες μας ως προς τις προαιώνιες και πανανθρώπινες ανάγκες μας, όπως είναι η ανάγκη μας για αγάπη, για έρωτα. Η γνώμη μου είναι πως στην ζωή, τα πάντα είναι πολιτική και εμείς σε μεγάλο βαθμό χειραγωγήσιμοι.
Η αντίληψη περί ιδανικού έρωτα που είχε η κοινωνία προ 30 μόλις ετών, εκείνου του μεγάλου που σε παρασύρει, σε γεμίζει, τον εξομολογείσαι και θες να τον φωνάξεις σε όλη την γη, εκείνος που σε οδηγεί σε όρκους πίστης και υποσχέσεις για αιώνια δέσμευση, φαίνεται πως έχει πεθάνει πια. Την θέση της έχει πάρει μια νέα αντίληψη, για ένα έρωτα μετριασμένο, ψύχραιμο, ήπιο. Ένα έρωτα πολύ πιο μικρό, αντίστοιχο των μειωμένων προσδοκιών σε ο,τιδήποτε μπορεί να βιωθεί.
Στην σημερινή νεοφιλελεύθερη αντίληψη ζωής, αυτή του καταναλωτισμού, της μέτρησης των μεγεθών, του κατατεμαχισμού της ημέρας σε ξεχωριστές δραστηριότητες εντός των οποίων συγκεκριμένα προσωπεία επιβάλλονται, στην εποχή του κινητού τηλεφώνου και του Διαδικτύου, όπου την λέξη «Φιλία» και την λέξη «συνάντηση» αντικατέστησε η λέξη «επαφή» , φαίνεται παντελώς ανάρμοστος ο έρωτας. Το άτομο, απαλλαγμένο από τα δεσμά των στερεότυπων σχέσεων του παρελθόντος, α-δέσμευτο, ελεύθερο να γίνει ο Μοναχικός και να ορίζει τον εαυτό του ως περιουσία που έφτιαξε με τους κόπους του, αλλοτριώνεται σε νάρκισσο.
Επιβραβεύεται για τον ναρκισσισμό του από άπαν το κοινωνικό σύστημα με διθυραμβικά άρθρα στα περιοδικά, με διαφημίσεις που προβάλλουν την απόλυτη ελευθερία ως το κλειδί του Παραδείσου: ο εργένης, ο αδέσμευτος άντρας, η μονογονεϊκή οικογένεια, το σύμφωνο συμβίωσης, η παρένθετη μητέρα, το cyber sex, το one night stand.  Εσωστρέφεια και φόβος ακόμα και της πλήρους αλήθειας του έτερου γυμνού σώματος είναι η σημερινή πραγματικότητα.
Ο νέου τύπου νάρκισσος χρησιμοποιεί το σώμα το δικό του και των άλλων όχι ως φορέα αισθημάτων, αλλά ως εργαλείο. Τα σώματα των άλλων ως εργαλεία εφήμερα κι αναλώσιμα που θα προσφέρουν μια κάποια απόλαυση. Ως τέτοια καταμετρώνται με αριθμούς, συμμετέχουν σε συναλλαγές, γίνονται μέρος ενός πάρε-δώσε, σε κάθε επίπεδο. Το δικό του σώμα ως εργαλείο που πρέπει να διατηρηθεί στον αιώνα τον άπαντα, όσο το δυνατόν άφθαρτο, αλώβητο, ακέραιο. Η κατανάλωση ανθρώπων και η υπερκατανάλωση δεν βλάπτουν, αρκεί το σώμα που ενδιαφέρει (το δικό μας)να μην έχει υποστεί φθορά. Για την στάση αυτή, υπάρχουν πολύ καλές δικαιολογίες με προεξάρχουσα την ανεξαρτησία. Υπάρχουν τα κατάλληλα όπλα : η λογική.
Υπάρχουν ακόμα και επιστημονικά επιχειρήματα/αρωγοί στην επιβολή της νηφαλιότητας ως τρόπου ζωής που οδηγεί στην επιτυχία: το ένστικτο της επιβίωσης, ερμηνευμένο και αλλοτριωμένο από τους σημερινούς ψυχολόγους, που και οι ίδιοι ζώντας στην εποχή που βασιλεύει η Οικονομία, δηλαδή μιας σειρά από Λογιστικές, αντιλαμβάνονται τα άτομα ως επενδυτικό κεφάλαιο, τις δε πράξεις των ατόμων ως κέρδη και ζημίες.
Σήμερα πια, ήδη από την εφηβεία (π.χ. για τα παιδιά που δίνουν Πανελλήνιες εξετάσεις κι επομένως το μυαλό τους πρέπει να είναι στο διάβασμα) ως «ζημία» καταγράφεται οποιαδήποτε σχέση μας βγάζει από το «πρόγραμμά» μας και τους «στόχους» μας. Ο,τιδήποτε μας ξεβολεύει, μας αναγκάζει να παραχωρήσουμε χρόνο από τον εαυτό μας και τις ασχολίες μας, είναι αποφευκτέο. Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα όταν ο έρωτας δεν απαιτεί ακριβώς χρόνο, αλλά κατακλύζει την σκέψη μας και διαταράσσει την νηφαλιότητά μας, καταστρέφει αυτήν την ομαλότητα και την ψυχραιμία στην οποία έχουμε εθιστεί. Ψυχραιμία σημαίνει με ψυχρό αίμα, κυριολεκτικά.
Το να διατηρείς την ψυχραιμία σου σήμερα, είναι η υπέρτατη αρετή. Η πλύση εγκεφάλου περί αυτού, είναι πολυετής, έχει 50 χρόνια που διαφημίζεται το cool ως πλεονέκτημα του ευ ζειν.
Η ψυχική εγγύτητα φαίνεται να είναι το μεγάλο πρόβλημα γενικότερα στις σημερινές διαπροσωπικές σχέσεις, πολύ περισσότερο όμως στον έρωτα. Η τρυφερότητα και το ξεχείλισμα των αισθημάτων, οι μεγαλύτεροι δυνατοί κίνδυνοι. Η ένταση, η ζήλεια, το πάθος, η απελπισία για την εγκατάλειψη, καταστάσεις παράλογες και θεάματα για χλευασμό.  Η αποστασιοποίηση, νέα θεότητα. Ο παράφορος έρωτας είναι όμορφος στις ταινίες και στα τραγούδια, στα ποιήματα των ποιητών, αλλά προς αποφυγή στην δική μας ζωή. Προς θεού, η ευαισθησία μας να είναι μετριασμένη, διαχειρίσιμη και κατευθυνόμενη σε απροσδιόριστους και γενικούς σκοπούς, σε φιλανθρωπίες, σε ΜΚΟ, όχι στην αληθινή δική μας ζωή.

Ο κίνδυνος για την Εξουσία από τους ερωτευμένους είναι προφανής νομίζω: η ερωτευμένη καρδιά χτυπάει πιο γρήγορα, το αίμα στις φλέβες βράζει. Θέλει να ζήσει την ευτυχία, το παραπάνω, τα πάντα, εδώ και τώρα, σε αυτήν την ζωή. Θέλει να πάρει και να δώσει το σύμπαν ολόκληρο, όχι τα ψίχουλα που περίσσεψαν από το τραπέζι των λίγων και τυχερών.
Ο ερωτευμένος δεν αντιλαμβάνεται το  ιδιωτικό και το δημόσιο όπως ο υπόλοιπος κόσμος, το δικό του ιδιωτικό θέλει να το γνωστοποιήσει δημοσίως και να ζήσουν όλοι οι άλλοι, ιδιωτικά ο καθένας, την δική του ιδιωτική ευτυχία. Δεν αφήνει τίποτα για το μέλλον, δεν αναστέλλει την ζωή με σκοπό την εκπλήρωση κάποιου μακρινού πλάνου σε στάδια. Θέλει να βγει στους δρόμους, να κάνει την Επανάσταση τώρα. Για τον ερωτευμένο, η ζωή είναι ζωή μόνο όταν βιώνεται πλήρως, αλλιώς, ας χαθεί.
Η Επανάσταση εδραιώνεται πάντα στην καθημερινότητα. Μένει σε εμάς να αποφασίσουμε τι είδους ζωή θα διεκδικήσουμε στο εδώ και τώρα, την ζωή του πλούτου των συναισθημάτων, ή την ζωή της αποχαύνωσης και της μοναχικότητας;
--------------------------------------------------
 Για το Kollect: Melusine/kollectnews.org

artwork  http://allflavors.net

4/4/16

Απουσία



Απουσία

Ακούω τα ανάλαφρα πατήματά σου
Απο μακριά σαν σκύλος σε αφουγκράζομαι
 Με τεντωμένη τη μουσούδα και τ΄αυτιά
Χάφτω τον αέρα με τη μυρωδιά σου
Οπως το βατράχι τις μύγες
Χωρίς αυτη την αναμονή δεν κλείνουν
Οι χαραμάδες στην τρύπια στέγη μου
Μαύρες οι μέρες χωρίς σου
Ακόμα πιό μαύρες οι μελλούμενες
Αγγελος ή διάβολος χαρά ή γκρεμός
 Αλήθεια ή ψέμα θολό και θελημένο
Η του αναγκεμένου οπτασία λύτρωσης
Απουσία  Θεός Οραμα Πίστη




26/3/16

Αέρας να φυσάει




Αέρας να φυσάει


Δε φυσάει παντού εδώ που είμαι  όμως του δίνει και καταλαβαίνει
Λυσσομανάει  απ τα  χαράματα  σηκώνει πλαστικές καρέκλες
Αναποδογυρίζει τα θερινά τραπεζάκια   με τους  φραπέδες
Σηκώνει σαν χαρταετούς  την πραμάτεια  από τους πάγκους
Φουστάνια    μαντήλια  πολύχρωμα  ιστία  ταξιδεύουν
 Κουρελόχαρτα στα δρομάκια και στα πεζοδρόμια
Το ουράνιο τόξο του καλοκαιριού υφασμάτινο
Σταυροκοπιούνται οι μαγαζάτορες

Άγρια  χαρά και  λύτρωση   η μανία του  αέρα
Καθαρίζει το μυαλό  ξαραχνιάζει  την  ψυχή
Τσακίζει  το φόβο τη  νωθρή  θλίψη  αλαφρώνει 
Μακάρι να φύσαγε  δυνατά και παντού  καθάπασα  την επικράτεια
Να πάρει και να σηκώσει σκύβαλα  άχυρα  κουφάρια  πτώματα
Σκουριές  και  ξεβρασμένους σκελετούς
Να σπάσει ορατές  και αόρατες αλυσίδες
Θρύψαλα να κάνει  αυταπάτες  φαιδρά  ψιμύθια
Σε  γερασμένα κορμιά  και ψυχές πεθαμένες

Να φυσάει  δαιμονισμένα  μέρες  βδομάδες  μήνες
Να μη μείνει  πέτρα πάνω στην πέτρα 
Να παίρνει  σβάρνα  στην ορμή  του  απαστράπτοντα  χαμόγελα  Aνέπαφων  Aνυποψίαστων 
Να σηκώσει  θανατηφόρο βουητό 
 Αέρα   Αέρα    Αέρα  Αέρα
Να ακούγεται  το βουητό   σαν τις σάλπιγγες της κόλασης
Ανελέητα χωρίς σταματημό
 Έχε τα παράθυρα ανοιχτά

*Τήνος ,Αστυπάλαια, Ικαρία 
 

23/3/16

Προσφυγικό Μπλουζ

Γ.Χ.Ώντεν, Πένθιμο Μπλουζ, μετάφραση Ερρίκος Σοφράς,εκδόσεις ΚΙΧΛΗ

῎Εστω πὼς ἡ πόλη αὐτὴ ἔχει δέκα ἑκατομμύρια ψυχές,
Κάποιοι ζοῦν σὲ μέγαρα, κάποιοι σὲ καταπακτές:
Μὰ δὲν ὑπάρχει τόπος γιὰ μᾶς, ἀγάπη, μὰ δὲν ὑπάρχει τόπος γιὰ μᾶς.

Κάποτε εἴχαμε πατρίδα καὶ τὴ νομίζαμε μοναδική,
Μὲς στὸ χάρτη ὅποιος κοιτάξει κάπου θὰ τὴ βρεῖ:
Δὲν μποροῦμε νὰ πᾶμε ἐκεῖ τώρα, ἀγάπη, δὲν μποροῦμε νὰ πᾶμε ἐκεῖ τώρα.

Στὸ κοιμητήρι τοῦ χωριοῦ ὁ γερο-ἴταμος φυτρώνει,
Κάθε ποὺ μπαίνει ἡ ἄνοιξη ἀνθεῖ καὶ ξανανιώνει:
Τὰ παλιὰ διαβατήρια ὅμως ὄχι, ἀγάπη, τὰ παλιὰ διαβατήρια ὅμως ὄχι.

Εἶπε ὁ πρόξενος χτυπώντας τὸ τραπέζι νευρικός:
«῍Αν δὲν ἔχεις διαβατήριο, εἶσαι τυπικὰ νεκρός»:
᾽Αλλὰ ἐμεῖς εἴμαστε ἀκόμα ζωντανοί, ἀγάπη, ἐμεῖς εἴμαστε ἀκόμα ζωντανοί.

Πῆγα σὲ μιὰ ἐπιτροπή, μοῦ προσφέραν νὰ καθίσω•
Εὐγενικὰ μοῦ ζήτησαν τοῦ χρόνου νὰ ξαναγυρίσω:
Μὰ ποῦ νὰ πᾶμε σήμερα, ἀγάπη, μὰ ποῦ νὰ πᾶμε σήμερα;

Σὲ μιὰ δημόσια συγκέντρωση πρόσεξα τὸν ὁμιλητή:
«῍Αν τοὺς ἀφήσουμε νὰ μποῦν, θὰ μᾶς κλέψουν τὸ ψωμί»•
Γιὰ σένα καὶ γιὰ μένα μιλοῦσε, ἀγάπη, γιὰ σένα καὶ γιὰ μένα μιλοῦσε.

Λὲς κι ἄκουσα τὸ ἀστροπελέκι στὰ ὕψη νὰ βρυχιέται•
Πάνω ἀπ’ τὴν Εὐρώπη ὁ Χίτλερ, «Νὰ πεθάνουν», καταριέται•
᾽Εμᾶς εἶχε στὸ νοῦ, ἀγάπη, ἐμᾶς εἶχε στὸ νοῦ.

Εἶδα ἕνα κανίς, φόραε ζακέτα μὲ καρφίτσα κουμπωμένη,
Εἶδα τὴν πόρτα ἀνοιχτὴ καὶ μιὰ γάτα νὰ μπαίνει:
Μὰ δὲν ἦσαν Γερμανοεβραῖοι, ἀγάπη, δὲν ἦσαν Γερμανο­εβραῖοι.

Τράβηξα γιὰ τὸ λιμάνι, στάθηκα στὴν προκυμαία,
Εἶδα τὰ ψάρια νὰ κολυμποῦν, ἦσαν σὰν πάντα ἐλεύθερα:
Μόνο τρία μέτρα μακριά μου, ἀγάπη, μόνο τρία μέτρα μακριά μου.

Περπάτησα στὸ δάσος, εἶδα στὰ δέντρα τὰ πουλιά•
Πολιτικοὺς δὲν εἶχαν καὶ κελαηδούσανε γλυκά:
Δὲν ἦταν ἡ ἀνθρώπινη φυλή, ἀγάπη, δὲν ἦταν ἡ ἀνθρώπινη φυλή.

Στ’ ὄνειρό μου εἶδα ἕνα κτίριο μὲ χίλιους ὀρόφους,
Μὲ πόρτες καὶ παράθυρα γιὰ χιλιάδες ἀνθρώπους•
Τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δικό μας, ἀγάπη, τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δικό μας.

Στάθηκα σὲ μιὰ πεδιάδα καὶ γύρω ἔπεφτε χιόνι•
῞Εναν ὁλόκληρο στρατὸ ἔβλεπα νὰ ζυγώνει:
᾽Εμᾶς τοὺς δυὸ ψάχναν, ἀγάπη, ψάχναν ἐμᾶς τοὺς δυό.


Μάρτιος 1939



30/1/16

Να μην ξεχάσουμε οσα ξέραμε

 

 

[Αυτό το διήγημα το λάτρεψα, διαβάζοντάς το στα πρώτα σχολικά χρόνια, χωρίς να εχω δεί ως τότε θάλασσα...]

------------------------------------------------------------------------------------------------
Ανδρέα Καρκαβίτσα, «Η Θάλασσα» (απόσπασμα)


Ο πατέρας μου – μύρο το κύμα που τον τύλιξε– δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό.
– Μακριά, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ' τ' άτιμο στοιχειό!
Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασε την· εκείνη το σκοπό της. Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει πετσί και κόκαλο, άχρηστο στον κόσμο. Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει.
Και τα έλεγε αυτά άνθρωπος που έφαγε τη ζωή του στο καράβι· που ο πατέρας, ο πάππος, ο πρόπαππος, όλοι ως τη ρίζα της γενιάς ξεψύχησαν στο παλαμάρι. Μα δεν τα έλεγε μόνον αυτός, αλλά κ' οι άλλοι γέροντες του νησιού, οι απόμαχοι των αρμένων τώρα, και οι νιότεροι, που είχαν ακόμη τους κάλλους στα χέρια, όταν κάθιζαν στον καφενέ να ρουφήξουν τον ναργιλέ, κουνούσαν το κεφάλι και στενάζοντας έλεγαν:
— Η θάλασσα δεν έχει πια ψωμί. Ας είχα ένα κλήμα στη στεριά και μαύρη πέτρα να ρίξω πίσω μου.
Η αλήθεια είναι πως πολλοί τους όχι κλήμα, άλλα νησί ολάκερο μπορούσαν ν' αποχτήσουν με τα χρήματα τους. Μα όλα τα έριχναν στη θάλασσα. Παράβγαιναν ποιος να χτίσει μεγαλύτερο καράβι, ποιος να πρωτογίνει καπετάνιος. Και γω που άκουα συχνά τα λόγια τους και τα έβλεπα τόσο ασύμφωνα με τα έργα τους δε μπορούσα να λύσω το μυστήριο. Κάτι, έλεγα, θεϊκό ερχόταν κ' έσερνε όλες εκείνες τις ψυχές και τις γκρέμιζε άβουλες στα πέλαγα, όπως ο τρελοβοριάς τα στειρολίθαρα.
Αλλά το ίδιο κάτι μ' έσπρωχνε και μένα εκεί. Από μικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήματα μου να ειπείς, στο νερό τα έκαμα. Το πρώτο μου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουμίνια μ' ένα ξυλάκι ορθό στη μέση για κατάρτι, με δυο κλωστές για παλαμάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και με την πύρινη φαντασία μου που το έκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα με καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήμουν και γω εκεί μέσα. Μόλις όμως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάμω άλλο μεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιμανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυμπώντας ως την εμπατή του λιμανιού που το πήρε το ρέμα μακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύμπι πρώτος, τα λέπια μου έλειπαν.
— Μωρέ γεια σου, και συ θα μας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν μ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.
Εγώ καμάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους. Τα βιβλία —πήγαινα στο Σχολαρχείο θυμούμαι— τα έκλεισα για πάντα. Τίποτα δεν έβρισκα μέσα να συμφωνεί με τον πόθο μου. Ενώ εκείνα που είχα γύρω μου, ψυχωμένα κι άψυχα, μού έλεγαν μύρια. Οι ναύτες με τα ηλιοκαμένα τους πρόσωπα και τα φανταχτερά τους ρούχα· οι γέροντες με τα διηγήματά τους· τα ξύλα με τη χτυπητή κορμοστασιά, οι λυγερές με τα τραγούδια τους:
Όμορφος που 'ναι ο γεμιτζής, όταν βραχεί κι αλλάξει
και βάλει τ' άσπρα ρούχα του και στο τιμόνι κάτσει.

Το άκουα από την κούνια μου κι έλεγα πως ήταν φωνή του νησιού μας, που παρακινούσε τους άντρες στη θαλασσινή ζωή. Έλεγα πότε και γω να γίνω γεμιτζής και να κάτσω θαλασσοβρεμένος στο τιμόνι. Θα γινόμουν όμορφος τότε, παλλήκαρος σωστός, θα με καμάρωνε το νησί, θα με αγαπούσαν τα κορίτσια! Ναι· την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα ν' απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μάθω το μυστικό της. Την έβλεπα, οργισμένη άλλοτε, να δέρνει με αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την αναγκάσω να με κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω μου, όπως πειράζουμε αλυσοδεμένα τ' αγρίμια. Και όταν έβλεπα καράβι να σηκώνει την άγκυρα, να βγαίνει από το λιμάνι και ν' αρμενίζει στ' ανοιχτά· όταν άκουα τις φωνές των ναυτών που γύριζαν τον αργάτη και τα καταβοδώματα των γυναικών, η ψυχή μου πετούσε θλιβερό πουλάκι απάνω του. Τα σταχτόμαυρα πανιά, τα ολοφούσκωτα· τα σχοινιά τα κοντυλογραμμένα· τα πόμολα που άφηναν φωτεινή γραμμή ψηλά μ' έκραζαν να πάω μαζί τους, μου έταζαν άλλους τόπους, ανθρώπους άλλους, πλούτη, χαρές, φιλιά. Και νυχτόημερα η ψυχή μου κατάντησε άλλον πόθο να μην έχει παρά το ταξίδι. Ακόμη και την ώρα που ερχόταν πικρό χαμπέρι στο νησί και ο πνιγμός πλάκωνε τις ψυχές όλων και χυνόταν βουβή η θλίψη από τα ζαρωμένα μέτωπα ως τ' άψυχα λιθάρια της ακρογιαλιάς· όταν έβλεπα τα ορφανοπαίδια στους δρόμους και τις γυναίκες μαυροφόρες, απαρηγόρητες τις αρραβωνιαστικιές· όταν άκουγα να διηγούνται ναυαγοί το μαρτύριο τους, πείσμα μ' έπιανε που δεν ήμουν και γω μέσα· πείσμα και σύγκρυο μαζί.
Δεν κρατήθηκα περισσότερο. Έλειπε ο πατέρας με τη σκούνα στο ταξίδι. Μίσευε κι ο καπετάν Καλιγέρης, ο θείος μου, για τη Μαύρη θάλασσα. Του έπεσα στο λαιμό· τον παρακάλεσε κι η μάννα μου από φόβο μην αρρωστήσω· με πήρε μαζί του.
— Θα σε πάρω, μου λέει, μα θα δουλέψεις· το καράβι θέλει δουλειά. Δεν είναι ψαρότρατα να 'χεις φαΐ και ύπνο.
Τον φοβόμουνα πάντα το θείο μου. Ήταν άγριος και κακός σε μένα, όπως και στους ναύτες του. Κάλλιο σκλάβος στ' Αλιτζέρι — παρά με τον Καλιγέρη, έλεγαν για να δείξουν την απονιά του. Ό,τι παστό παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλάος, αλεύρι πικρό, σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρί - τεμπεσίρι, στην αποθήκη του Καλιγέρη βρισκότανε. Κι ο λόγος του πάντα προσταγή, αγριοβλαστήμια και βρισίδι. Μόνον απελπισμένοι πήγαιναν στη δούλεψη του. Μα ο μαγνήτης που έσερνε την ψυχή μου έκανε να τα λησμονήσω όλα. Να πατήσω μια στην κουβέρτα, έλεγα, και δουλειά όση θες.
Αληθινά ρίχτηκα στη δουλειά με τα μούτρα. Έκαμα παιχνίδι τις ανεμόσκαλες. Όσο ψηλότερα η δουλειά, τόσο πρόθυμος εγώ. Μπορεί ο θείος μου να ήθελε να παιδευτώ από την αρχή για να μετανιώσω. Από την πλύση της κουβέρτας στο ξύσιμο· από το ράψιμο των πανιών στων σχοινιών το πλέξιμο· από το λύσιμο των αρμένων στο δέσιμο. Τώρα στην τρόμπα· τώρα στον αργάτη· φόρτωμα–ξεφόρτωμα, καλαφάτισμα, χρωμάτισμα, πρώτος εγώ. Πρώτος; Πρώτος· τι μ' έμελλε; Μου έφτανε πως ανέβαινα ψηλά στη σταύρωση κ' έβλεπα κάτω τη θάλασσα να σχίζεται και να πισωδρομεί υποταχτική μου. Τον άλλον κόσμο, τους στεριανούς, με θλίψη τους έβλεπα.
— Ψι!... έλεγα με περιφρόνηση. Ζούνε τάχα κι εκείνοι!...
[...]
[πηγή: Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, φιλ.επιμ. Κώστας Καφαντάρης, Οδυσσέας, Αθήνα 1988, σ. 13-16]

28/1/16

Τα σπίτια που κατοικήσαμε




Τα σπίτια που κατοικήσαμε
Μας ακολουθούν αθόρυβα
Γίνονται ανάλαφρα τα ντουβάρια
Παρόλο το βάρος των βιωμάτων
Των σιωπών και των ήχων
Των καλών και των κακών ημερών
Μας παίρνουν στο κατόπι ακούραστα
Ακριβές στιγμές πρόσωπα παράθυρα
Κουρτίνες κιτρινισμένες  κρεβάτια που τρίζουν
Ασήκωτα βάσανα αναμνήσεις χαρούμενες
Φωνές μυρωδιές μωρών και κανέλας
Θηλιά το λαιμό τα σπίτια που κατοικήσαμε
Μην επενδύσεις στα ντουβάρια
Θα σε κυνηγάει το μισοφαγωμένο μάρμαρο
Η φωλιά που άδειασε χωρίς να το καταλάβεις
Το λούκι που δε διορθώθηκε
Η μισοτελειωμένη καθαρτήρια μπουγάδα
Η μούχλα μιας υγρασίας αρχαίας

Το παρελθόν με το παρελθόν
Το παρόν με το παρόν
Μην επενδύσεις σε ντουβάρια

-------------------------

[ο πίνακας είναι του ΚΑΣΟΛΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ]

25/1/16

Σ’ αυτούς που μιλούν σιγά, για να ακούγονται


του Θανάση Σκαμνάκη

Είναι ούτως ή άλλως μια εποχή σκοτεινή. Με τη σύγχυση που φέρνει το σκοτάδι. Το πίσω περνιέται για μπρος, το κάτω για πάνω, ο δεξιός δεν ξέρει που είναι ο αριστερός, ο διπλανός σου δεν ξέρεις αν υπάρχει δίπλα σου ή είναι ξένος, ο σύντροφος πόσο είναι μαζί σου. Φτιάξε την εικόνα: μέσα σε τούνελ, ούτε ουρανός, ούτε χαραμάδα να κλέψεις λίγο φως, δύσκολο πολύ να προσανατολιστείς. Πολλοί είναι οι ρήτορες, πολλές οι κατευθύνσεις που προτείνουν. Τι είναι σωστό, τι λάθος; Εκείνα που ακούστηκαν σωστά άλλοτε, τώρα ακούγονται φάλτσα, κι εκείνα που φάνηκαν κοντινά απομακρύνθηκαν.

Σκοτεινή δεν είναι η εποχή όπου η αντίδραση νικάει και επιβάλλει τη σιωπή της, είναι εκείνη όπου η πρόοδος νοιώθει σύγχυση, δεν ξέρει προς τα που να στραφεί. Όπου οι φωνές μιλούν περισσότερο για να ακουστούν παρά γιατί έχουν κάτι να πουν. Κι αυτοί που έχουν δεν ακούγονται χαμένοι στον ορυμαγδό. Όπου το καινούργιο έχει χάσει τη γοητεία και την πειστικότητά του, μπλεγμένο τόσο αξεδιάλυτα με το παλιό, κι εκείνοι που μιλούν για το καινούργιο δεν ξέρουν και δεν έχουν ξεμπλέξει τις σχέσεις τους με το παλιό.

Σ’ αυτή την εποχή έχουν μεγάλη συνεισφορά όσοι εννοούν να μιλούν σιγά για να ακούγονται. Και να αποκαλύπτουν την πραγματική πραγματικότητα. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, πιθανώς σκόρπιοι και πιθανόν μόνοι, που γράφουν ποιήματα, μιλούν στα ραδιόφωνα, μιλούν σε συγκεντρώσεις, κάνουν θέατρο, τραγούδια, ταινίες, ζωγραφίζουν, παίρνουν μέρος σε διαδηλώσεις, απεργούν, γράφουν στο διαδίκτυο, σε εφημερίδες, συνήθως οι πολιτικές συλλογικότητες δεν τους εντάσσουν (ή και δεν εντάσσονται) στις γραμμές τους γιατί δεν πληρούν τις προϋποθέσεις. 
Κρατούν ζωντανούς τους δεσμούς με την ευαισθησία και την αγωνία χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι αισθάνονται μόνοι αλλά ξαναζεσταίνουν την επιθυμία τους από την επικοινωνία, που μπλέκονται κι αυτοί στη σύγχυση κι όμως ζητούν την επαγρύπνηση μιας επαφής, που δεν βολεύονται στη μοναξιά τους και συντηρούν, κάτω από αυτήν την αγωνία, την εξέγερσή τους, που αισθάνονται την επαφή σαν χάδι, όχι για να αποκοιμηθούν, που συναποτελούν έναν ιστό με βαθειά διείσδυση στην κοινωνία κι όταν κληθούν, όταν τα σκοτεινά θα έχουν ξακρίσει, θα βρεθούν στη θέση τους. Αυτοί ήταν τότε η δύναμη του «Όχι».

Είναι πολύ σπουδαία αυτή η ανάγκη κι αυτή η δύναμη. Αλλάζει το βλέμμα που κοιτάζουμε τον κόσμο (όπως λέγαμε τις προάλλες).

πηγή

"Πάνω από τα κύματα" - Juventino Rosas


22/1/16

Τραγούδα καρδιά μου


Τραγούδα καρδιά μου μέσα στο χειμώνα
Ισως αύριο ο βραχνοκόκορας να μη λαλήσει
Να μην ακουστεί ο αντίλαλος της φωνής σου
Στον Πάρνωνα και στου Ελικώνα το βουητό
Μην περιμένεις την άνοιξη για να ξανοίξεις
Το βλέμμα πάνω στα φύλλα στ΄ανθη που προσπερνάς
Στα ερειμωμένα δρομάκια ξαναβγές θαραλλέα
Στους ανθρώπους με το σκυθρωπό πρόσωπο
Τραγούδα καρδιά μου κάτι εύθυμο και κάτι λυπημένο
Κι ισως ναρθεί και το ακορντεόν που ονειρεύτηκες
Και να σηκωθεί φωνή και να σπάσει η σιωπή
Στη μοναχική λεωφόρο με τους αόμματους
Να λάμψει μια κραυγή ως τον ουρανό
Να σηκωθούν κι οι πεθαμένοι να τραγουδήσουν




20/12/15

Post restant

Εχω αργήσει πολύ
Ποιός το μετράει το πολύ
Η το λίγο ετσι κι αλλοιως
Στάχυ στον κάμπο
Θα κοπεί στην ώρα του

Εχω αργήσει ομως
Εχω στήσει ανθρώπους
Σε προγραμματισμένα
Ραντεβού απο καιρό
Σε μέρη εξαίσια
Αλλά και σε άλλα
Απλά συνηθισμένα

Αργοπόρησα και τώρα
Με παράταιρη βιάση
Με ενα ταμάχι πιεστικό
Σε ποιά συνάντηση να σπεύσω
Ποιά να αγνοήσω ποιά να διαλέξω

''Και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι''
- πλην ο βιος βραχύς-
Ωσπου να πεις κίμινο
Ξεγλυστράει σαν πούπουλο
και τούτο
και κείνο






13/12/15

Κλέφτες της νύχτας

Moιρασμένα  άδικα  ακόμη και στο όνειρο
Μικρές χαρές μεγάλες ενοχές κι η μόνιμη Ενοχή
Ας όψεται η κατήχηση και λειτουργική
Μη δεν γίνονται ολα σωστά και οπως πρέπει
Μην άλλο απο τον εαυτό δεν έχεις τιποτα να δώσεις
Τι να σου κάνει και αυτός εξάλλου διαμελισμένος
 Με χρέη παντού και στον ίδιο περισσότερα τα χρωστούμενα
Γύρω πληθαίνουν οι ανάγκες οι φωνές θέλω στήριξε
Τρυπώνουν τελευταία στο μαξιλάρι  επίμονα
Γραπώνονται απο ήσυχα όνειρα τα κάνουν εφιάλτες
 Αποθρασύνονται καθώς βρίσκουν μπόσικα τα περάσματα
Αφύλακτες ρημαγμένες αντοχές ευαισθησίες αχρείαστες
Ηταν λέει μικρό παιδί κι έφτιαχνε κούκλες απο καλαμπόκι
Κι ολο λάθη έκανε κι ολο τα μπέρδευε χέρια με πόδια
Μάτια με στόμα κι ερχόταν η Μητέρα και μάλωνε 
Και ξανά απο την αρχή και ξανά κι ήταν κι άλλοι πολλοί
Αγνωστοι απρόσωποι που κι αυτοί μάλωναν με σιγανή φωνή
Μα της Μητέρας κυρίαρχο το βλέμα να σπάει κόκαλα
Αχ  και να εφτιαχνα την κούκλα σωστά και να μ΄αγκάλιαζε η Μητέρα
Κι οι άγνωστοι να με φίλευαν αγκαλιές και φρέσκο καλαμπόκι
Εστω σ΄ενα όνειρο μικρό καθημερινό να γινόταν κι άλλα πολλά
Να γίνονταν πριν και τα όνειρα  σταματήσουν νάρχονται
Εστω και ως εφιάλτες κλέφτες της νύχτας 




 

12/12/15

Τα πράγματα

 Χ. Λ. Μπόρχες

 Τα πράγματα


«Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,
η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του
η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιας βραδιάς
αξέχαστης ασφαλώς αλλά κιόλας ξεχασμένης,
στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας
ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
τυφλά, και απολύτως βουβά!
Θα επιζήσουν πέρ’ από τη λήθη μας·
δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.»

9/12/15

Προσφυγικές ροές - Αγραφες ζωές

Τη μικρή πικρή του ιστορία
Γράφει με αίμα και δάκρυα
Ο επιζήσας απο τα κύματα
Της άλογης βάρβαρης ροής
Συνήθειο πια κατάντησε
Η μακάβρια καταμέτρηση
Απόντων πνιγμένων
Ημερολόγια πνιγμών σελίδες
Με πηχτό αίμα γραμμένα
Ακατάπαυστα ρέον



Αγραφες και άταφες
Θα μείνουν άλλων οι ζωές
Ποιος να αναζητήσει ποιόν
Σε τούτο το μαρτυρικό φευγιό
Στα πέρατα του κόσμου
Σμήνη πεινώντα και διψώντα
Φτεροκοπάνε πάνω στα τείχη
Ψήνονται στα ηλεκτροφόρα σύνορα
Ξεβράζονται σε ακτές
Καταμετρώνται αμήχανα
Υπολογίζονται με πλάνα
Απορρόφησης και απόρριψης
Ξεδιαλέγονται οσοι γλυτώσουν
Απο του χάρου τα δόντια

Χωρίς τελειωμό ροές
Ανθρώπων που άλλοι ορίζουν
Τις ζωές τους
Με πυξίδα την απληστία
Την ακόρεστη δίψα εξουσίας
Κέρδους και επιρροής
 Απο καταβολής κόσμου
Ανθρώπινες ζωές άγραφες
Παίζονται στα ζάρια


5/12/15

Ο,τι ωρα νομίζετε

Ο,τι ζείς είναι ένα όνειρο
Σκιά του πραγματικού

Καθρέφτης επιθυμιών
Της βαθιάς πρωτόγονης
Φύσης
Tης  παγίδας
Του Πολιτισμού
Και της Ανάγκης
Κυλάει χαράμι ο χρόνος
Οταν δεν είναι δικός σου
Ξένος και δανεικός
Ενας άγνωστος περαστικός
Που στάθηκε
Στην πόρτα σου
Και σε ρώτησε αδιάφορα
Τι ώρα είναι
Και αφελώς τον πήρες σοβαρά
Κι απάντησες ευγενικά
Ο,τι ωρα νομίζετε Κύριε...


Ο μόνος χαμένος χρόνος
Ηταν  εκείνος
Που αποχωρίστηκες
Τη μοναδική σου αλήθεια
Στιγμές που απαρνήθηκες
Ημέρες που δεν δόξασες
Προχωρώντας αντίθετα
Απο τη ροή της ψυχής
Στο όνομα αμφίβολων
Αλλά βολικών ωφελημάτων
Χαμένος χρόνος
Οταν δεν είπες τα πράγματα
Με το όνομά τους
Πονάω,αγαπάω,μισώ
Χαίρομαι,υποφέρω,εκμηδενίζομαι
Χάθηκα, βρέθηκα, είμαι εδω
Ο,τι ωρα νομίζετε Κύριε ...


29/11/15

The lost art of conversation

The lost art of conversation





She pretends she's a movie star
He pretends he's a king
She pretends she's a ballerina
He pretends he can sing.

The lost art of conversation
The lost art of conversation

She pretends she was in England
He pretends he's at home
She pretends she's a renegade
He pretends he's alone

The lost art of conversation
The lost art of conversation

I pretend that you love me
And you pretend that you care
I pretend that I'm happy
You pretend that you're there

The lost art of conversation

19/9/15

Τι σε μέλλει εσένα σκόρπια μου ψυχή






Τι σε μέλλει εσένα σκόρπια μου ψυχή

που εγώ τον πόνο μου έκανα νησί
να σπέρνει ο ήλιος πάνω μου φωτιά
και τ' άστρα μοναξιά
Πεθύμησα ένα σύννεφο
βροχή να πιω κι ουρανό



Θάλασσα ζωή χρόνια περιμένω
πλοίο κουρσεμένο σ' άγονη γραμμή
θάλασσα ζωή με πανιά σχισμένα
και κουπιά σπασμένα πάρε με μαζί



Τι σε μέλλει εσένα άδεια μου καρδιά
κι αν αγαπώ παράξενα παιδιά
που κρύβουν στο φιλί τους προσευχή
της μάνας τους ευχή
Πεθύμησα ένα σύννεφο
βροχή να πιω κι ουρανό



Θάλασσα ζωή χρόνια περιμένω
πλοίο κουρσεμένο σ' άγονη γραμμή
θάλασσα ζωή με πανιά σχισμένα
και κουπιά σπασμένα πάρε με μαζί





ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΑ ''ΠΑΙΔΙΑ''!

LinkWithin

http://pentanostimi.blogspot.com/2009/10/blog-post_11.html
Oι ανόητοι θεωρουν οτι το να αστειεύεσαι

σημαίνει πως δεν εισαι σοβαρός

κι οτι ενα παιχνίδι με τις λέξεις δεν αποτελει απάντηση

paul valery

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

ΔΑΝΑΗ -ΑΣ ΕΡΧΟΣΟΥΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ

ΑΛΛΗ ΜΙΣΙΡΛΟΥ

ΔΑΝΑΗ -ΜΙΣΙΡΛΟΥ

ΜΟΝΑΔΙΚΟ--LOU REED-PETE TAOUSEND-PALE BLUE EYES