30/1/16

Να μην ξεχάσουμε οσα ξέραμε

 

 

[Αυτό το διήγημα το λάτρεψα, διαβάζοντάς το στα πρώτα σχολικά χρόνια, χωρίς να εχω δεί ως τότε θάλασσα...]

------------------------------------------------------------------------------------------------
Ανδρέα Καρκαβίτσα, «Η Θάλασσα» (απόσπασμα)


Ο πατέρας μου – μύρο το κύμα που τον τύλιξε– δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό.
– Μακριά, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ' τ' άτιμο στοιχειό!
Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασε την· εκείνη το σκοπό της. Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει πετσί και κόκαλο, άχρηστο στον κόσμο. Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει.
Και τα έλεγε αυτά άνθρωπος που έφαγε τη ζωή του στο καράβι· που ο πατέρας, ο πάππος, ο πρόπαππος, όλοι ως τη ρίζα της γενιάς ξεψύχησαν στο παλαμάρι. Μα δεν τα έλεγε μόνον αυτός, αλλά κ' οι άλλοι γέροντες του νησιού, οι απόμαχοι των αρμένων τώρα, και οι νιότεροι, που είχαν ακόμη τους κάλλους στα χέρια, όταν κάθιζαν στον καφενέ να ρουφήξουν τον ναργιλέ, κουνούσαν το κεφάλι και στενάζοντας έλεγαν:
— Η θάλασσα δεν έχει πια ψωμί. Ας είχα ένα κλήμα στη στεριά και μαύρη πέτρα να ρίξω πίσω μου.
Η αλήθεια είναι πως πολλοί τους όχι κλήμα, άλλα νησί ολάκερο μπορούσαν ν' αποχτήσουν με τα χρήματα τους. Μα όλα τα έριχναν στη θάλασσα. Παράβγαιναν ποιος να χτίσει μεγαλύτερο καράβι, ποιος να πρωτογίνει καπετάνιος. Και γω που άκουα συχνά τα λόγια τους και τα έβλεπα τόσο ασύμφωνα με τα έργα τους δε μπορούσα να λύσω το μυστήριο. Κάτι, έλεγα, θεϊκό ερχόταν κ' έσερνε όλες εκείνες τις ψυχές και τις γκρέμιζε άβουλες στα πέλαγα, όπως ο τρελοβοριάς τα στειρολίθαρα.
Αλλά το ίδιο κάτι μ' έσπρωχνε και μένα εκεί. Από μικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήματα μου να ειπείς, στο νερό τα έκαμα. Το πρώτο μου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουμίνια μ' ένα ξυλάκι ορθό στη μέση για κατάρτι, με δυο κλωστές για παλαμάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και με την πύρινη φαντασία μου που το έκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα με καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήμουν και γω εκεί μέσα. Μόλις όμως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάμω άλλο μεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιμανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυμπώντας ως την εμπατή του λιμανιού που το πήρε το ρέμα μακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύμπι πρώτος, τα λέπια μου έλειπαν.
— Μωρέ γεια σου, και συ θα μας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν μ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.
Εγώ καμάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους. Τα βιβλία —πήγαινα στο Σχολαρχείο θυμούμαι— τα έκλεισα για πάντα. Τίποτα δεν έβρισκα μέσα να συμφωνεί με τον πόθο μου. Ενώ εκείνα που είχα γύρω μου, ψυχωμένα κι άψυχα, μού έλεγαν μύρια. Οι ναύτες με τα ηλιοκαμένα τους πρόσωπα και τα φανταχτερά τους ρούχα· οι γέροντες με τα διηγήματά τους· τα ξύλα με τη χτυπητή κορμοστασιά, οι λυγερές με τα τραγούδια τους:
Όμορφος που 'ναι ο γεμιτζής, όταν βραχεί κι αλλάξει
και βάλει τ' άσπρα ρούχα του και στο τιμόνι κάτσει.

Το άκουα από την κούνια μου κι έλεγα πως ήταν φωνή του νησιού μας, που παρακινούσε τους άντρες στη θαλασσινή ζωή. Έλεγα πότε και γω να γίνω γεμιτζής και να κάτσω θαλασσοβρεμένος στο τιμόνι. Θα γινόμουν όμορφος τότε, παλλήκαρος σωστός, θα με καμάρωνε το νησί, θα με αγαπούσαν τα κορίτσια! Ναι· την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα ν' απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μάθω το μυστικό της. Την έβλεπα, οργισμένη άλλοτε, να δέρνει με αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την αναγκάσω να με κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω μου, όπως πειράζουμε αλυσοδεμένα τ' αγρίμια. Και όταν έβλεπα καράβι να σηκώνει την άγκυρα, να βγαίνει από το λιμάνι και ν' αρμενίζει στ' ανοιχτά· όταν άκουα τις φωνές των ναυτών που γύριζαν τον αργάτη και τα καταβοδώματα των γυναικών, η ψυχή μου πετούσε θλιβερό πουλάκι απάνω του. Τα σταχτόμαυρα πανιά, τα ολοφούσκωτα· τα σχοινιά τα κοντυλογραμμένα· τα πόμολα που άφηναν φωτεινή γραμμή ψηλά μ' έκραζαν να πάω μαζί τους, μου έταζαν άλλους τόπους, ανθρώπους άλλους, πλούτη, χαρές, φιλιά. Και νυχτόημερα η ψυχή μου κατάντησε άλλον πόθο να μην έχει παρά το ταξίδι. Ακόμη και την ώρα που ερχόταν πικρό χαμπέρι στο νησί και ο πνιγμός πλάκωνε τις ψυχές όλων και χυνόταν βουβή η θλίψη από τα ζαρωμένα μέτωπα ως τ' άψυχα λιθάρια της ακρογιαλιάς· όταν έβλεπα τα ορφανοπαίδια στους δρόμους και τις γυναίκες μαυροφόρες, απαρηγόρητες τις αρραβωνιαστικιές· όταν άκουγα να διηγούνται ναυαγοί το μαρτύριο τους, πείσμα μ' έπιανε που δεν ήμουν και γω μέσα· πείσμα και σύγκρυο μαζί.
Δεν κρατήθηκα περισσότερο. Έλειπε ο πατέρας με τη σκούνα στο ταξίδι. Μίσευε κι ο καπετάν Καλιγέρης, ο θείος μου, για τη Μαύρη θάλασσα. Του έπεσα στο λαιμό· τον παρακάλεσε κι η μάννα μου από φόβο μην αρρωστήσω· με πήρε μαζί του.
— Θα σε πάρω, μου λέει, μα θα δουλέψεις· το καράβι θέλει δουλειά. Δεν είναι ψαρότρατα να 'χεις φαΐ και ύπνο.
Τον φοβόμουνα πάντα το θείο μου. Ήταν άγριος και κακός σε μένα, όπως και στους ναύτες του. Κάλλιο σκλάβος στ' Αλιτζέρι — παρά με τον Καλιγέρη, έλεγαν για να δείξουν την απονιά του. Ό,τι παστό παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλάος, αλεύρι πικρό, σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρί - τεμπεσίρι, στην αποθήκη του Καλιγέρη βρισκότανε. Κι ο λόγος του πάντα προσταγή, αγριοβλαστήμια και βρισίδι. Μόνον απελπισμένοι πήγαιναν στη δούλεψη του. Μα ο μαγνήτης που έσερνε την ψυχή μου έκανε να τα λησμονήσω όλα. Να πατήσω μια στην κουβέρτα, έλεγα, και δουλειά όση θες.
Αληθινά ρίχτηκα στη δουλειά με τα μούτρα. Έκαμα παιχνίδι τις ανεμόσκαλες. Όσο ψηλότερα η δουλειά, τόσο πρόθυμος εγώ. Μπορεί ο θείος μου να ήθελε να παιδευτώ από την αρχή για να μετανιώσω. Από την πλύση της κουβέρτας στο ξύσιμο· από το ράψιμο των πανιών στων σχοινιών το πλέξιμο· από το λύσιμο των αρμένων στο δέσιμο. Τώρα στην τρόμπα· τώρα στον αργάτη· φόρτωμα–ξεφόρτωμα, καλαφάτισμα, χρωμάτισμα, πρώτος εγώ. Πρώτος; Πρώτος· τι μ' έμελλε; Μου έφτανε πως ανέβαινα ψηλά στη σταύρωση κ' έβλεπα κάτω τη θάλασσα να σχίζεται και να πισωδρομεί υποταχτική μου. Τον άλλον κόσμο, τους στεριανούς, με θλίψη τους έβλεπα.
— Ψι!... έλεγα με περιφρόνηση. Ζούνε τάχα κι εκείνοι!...
[...]
[πηγή: Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, φιλ.επιμ. Κώστας Καφαντάρης, Οδυσσέας, Αθήνα 1988, σ. 13-16]

28/1/16

Τα σπίτια που κατοικήσαμε




Τα σπίτια που κατοικήσαμε
Μας ακολουθούν αθόρυβα
Γίνονται ανάλαφρα τα ντουβάρια
Παρόλο το βάρος των βιωμάτων
Των σιωπών και των ήχων
Των καλών και των κακών ημερών
Μας παίρνουν στο κατόπι ακούραστα
Ακριβές στιγμές πρόσωπα παράθυρα
Κουρτίνες κιτρινισμένες  κρεβάτια που τρίζουν
Ασήκωτα βάσανα αναμνήσεις χαρούμενες
Φωνές μυρωδιές μωρών και κανέλας
Θηλιά το λαιμό τα σπίτια που κατοικήσαμε
Μην επενδύσεις στα ντουβάρια
Θα σε κυνηγάει το μισοφαγωμένο μάρμαρο
Η φωλιά που άδειασε χωρίς να το καταλάβεις
Το λούκι που δε διορθώθηκε
Η μισοτελειωμένη καθαρτήρια μπουγάδα
Η μούχλα μιας υγρασίας αρχαίας

Το παρελθόν με το παρελθόν
Το παρόν με το παρόν
Μην επενδύσεις σε ντουβάρια

-------------------------

[ο πίνακας είναι του ΚΑΣΟΛΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ]

25/1/16

Σ’ αυτούς που μιλούν σιγά, για να ακούγονται


του Θανάση Σκαμνάκη

Είναι ούτως ή άλλως μια εποχή σκοτεινή. Με τη σύγχυση που φέρνει το σκοτάδι. Το πίσω περνιέται για μπρος, το κάτω για πάνω, ο δεξιός δεν ξέρει που είναι ο αριστερός, ο διπλανός σου δεν ξέρεις αν υπάρχει δίπλα σου ή είναι ξένος, ο σύντροφος πόσο είναι μαζί σου. Φτιάξε την εικόνα: μέσα σε τούνελ, ούτε ουρανός, ούτε χαραμάδα να κλέψεις λίγο φως, δύσκολο πολύ να προσανατολιστείς. Πολλοί είναι οι ρήτορες, πολλές οι κατευθύνσεις που προτείνουν. Τι είναι σωστό, τι λάθος; Εκείνα που ακούστηκαν σωστά άλλοτε, τώρα ακούγονται φάλτσα, κι εκείνα που φάνηκαν κοντινά απομακρύνθηκαν.

Σκοτεινή δεν είναι η εποχή όπου η αντίδραση νικάει και επιβάλλει τη σιωπή της, είναι εκείνη όπου η πρόοδος νοιώθει σύγχυση, δεν ξέρει προς τα που να στραφεί. Όπου οι φωνές μιλούν περισσότερο για να ακουστούν παρά γιατί έχουν κάτι να πουν. Κι αυτοί που έχουν δεν ακούγονται χαμένοι στον ορυμαγδό. Όπου το καινούργιο έχει χάσει τη γοητεία και την πειστικότητά του, μπλεγμένο τόσο αξεδιάλυτα με το παλιό, κι εκείνοι που μιλούν για το καινούργιο δεν ξέρουν και δεν έχουν ξεμπλέξει τις σχέσεις τους με το παλιό.

Σ’ αυτή την εποχή έχουν μεγάλη συνεισφορά όσοι εννοούν να μιλούν σιγά για να ακούγονται. Και να αποκαλύπτουν την πραγματική πραγματικότητα. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, πιθανώς σκόρπιοι και πιθανόν μόνοι, που γράφουν ποιήματα, μιλούν στα ραδιόφωνα, μιλούν σε συγκεντρώσεις, κάνουν θέατρο, τραγούδια, ταινίες, ζωγραφίζουν, παίρνουν μέρος σε διαδηλώσεις, απεργούν, γράφουν στο διαδίκτυο, σε εφημερίδες, συνήθως οι πολιτικές συλλογικότητες δεν τους εντάσσουν (ή και δεν εντάσσονται) στις γραμμές τους γιατί δεν πληρούν τις προϋποθέσεις. 
Κρατούν ζωντανούς τους δεσμούς με την ευαισθησία και την αγωνία χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι αισθάνονται μόνοι αλλά ξαναζεσταίνουν την επιθυμία τους από την επικοινωνία, που μπλέκονται κι αυτοί στη σύγχυση κι όμως ζητούν την επαγρύπνηση μιας επαφής, που δεν βολεύονται στη μοναξιά τους και συντηρούν, κάτω από αυτήν την αγωνία, την εξέγερσή τους, που αισθάνονται την επαφή σαν χάδι, όχι για να αποκοιμηθούν, που συναποτελούν έναν ιστό με βαθειά διείσδυση στην κοινωνία κι όταν κληθούν, όταν τα σκοτεινά θα έχουν ξακρίσει, θα βρεθούν στη θέση τους. Αυτοί ήταν τότε η δύναμη του «Όχι».

Είναι πολύ σπουδαία αυτή η ανάγκη κι αυτή η δύναμη. Αλλάζει το βλέμμα που κοιτάζουμε τον κόσμο (όπως λέγαμε τις προάλλες).

πηγή

"Πάνω από τα κύματα" - Juventino Rosas


ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΑ ''ΠΑΙΔΙΑ''!

LinkWithin

http://pentanostimi.blogspot.com/2009/10/blog-post_11.html
Oι ανόητοι θεωρουν οτι το να αστειεύεσαι

σημαίνει πως δεν εισαι σοβαρός

κι οτι ενα παιχνίδι με τις λέξεις δεν αποτελει απάντηση

paul valery

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

ΔΑΝΑΗ -ΑΣ ΕΡΧΟΣΟΥΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ

ΑΛΛΗ ΜΙΣΙΡΛΟΥ

ΔΑΝΑΗ -ΜΙΣΙΡΛΟΥ

ΜΟΝΑΔΙΚΟ--LOU REED-PETE TAOUSEND-PALE BLUE EYES