19/5/16

Ο Ένας και οι Άλλοι: Φιλοτεχνώντας Ατομικές και Συλλογικές Ταυτότητες σε Σελίδες Πεζογραφίας



Της Ιωάννας Καρυστιάνη


2001, απομεσήμερο Ιουλίου, Χανιά.
            Στην αντηλιά της μικρής κουζίνας, η 95χρονη μάνα μου κι εγώ καθαρίζουμε μπαρμπουνοφάσουλα σιωπηλές, οι άλλοι κοιμούνται, όλη η γειτονιά ησυχάζει, η σιέστα του καλοκαιριού.
            Κάποια στιγμή η μάνα μου μού πιάνει το χέρι με το μαχαίρι το κατεβάζει στον μουσαμά του τραπεζιού, με κοιτάζει στα μάτια και μου ψιθυρίζει.
            «Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα που να μη σκέφτομαι μήπως μπορούσα να έχω κάνει κάτι περισσότερο για να μην πεθάνουν ο Γιάννης και ο Παναγιώτης, ούτε μια ημέρα δίχως να σκέφτομαι πόσο φταίω η ίδια».
            Η μητέρα μου, επί εβδομήντα παρά ένα χρόνια, έως το 2010 που πέθανε, ζούσε την καθημερινή ενοχή, αμείλικτη και αμίλητη, αφού σπάνια γινόταν κουβέντα για τα δύο παιδιά που, άλλωστε, τα επόμενα εφτά αδέλφια δεν είχαμε γνωρίσει.
            Ως εκείνο το απομεσήμερο δεν είχε εξομολογηθεί σε άλλον το βάρος στην ψυχή της, το σακί που κουβαλούσε. Ούτε «Μήδεια», ούτε «αμάρτημα της μητρός μου» αλλά Βιζυηνός, υπάρχει εδώ.
            Ο Γιάννης τριών ετών και ο Παναγιώτης δύο, τα πρώτα από τα εννέα παιδιά που γέννησε, πέθαναν σε μια επιδημία δυσεντερίας το 1941.
            Ο πατέρας μου, απών τότε, στρατιώτης που κατέβαινε με τα πόδια από την Αλβανία. Το σπίτι μας στην παλιά πόλη είχε βομβαρδιστεί. Και η μάνα μου με τα δυο αγόρια της και άλλους κάπου δεκαπέντε ξεσπιτωμένους από τις βόμβες γείτονες ζούσαν με αλάδωτα χόρτα, κρυμμένοι σε μια μικρή σπηλιά έξω από τα Χανιά, με ένα γερμανικό πολυβολείο απέναντι που τερέτιζε συχνά-πυκνά μόλις κάτι κουνιόταν στους θάμνους της περιοχής.
            Η εξομολόγηση της μάνας μου με αναστάτωσε. Την αγκάλιασα, είπα φταίχτη τον πόλεμο, την αθώωσα. Δεν έπιασε, το είδα στο βλέμμα της.
            Ωστόσο, μέσα μου προσπέρασα και αποσυνέδεσα τα πραγματικά περιστατικά, τα έσβησα. Σκεφτόμουν αποκλειστικά την ανθεκτικότητα της ενοχής, τόσες δεκαετίες μετά τον τρομερό ενεστώτα, «πόσο φταίω».
            Διαβάζοντας πρόσφατα το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Τίτους Μίλεχ «Ο τόπος του εγκλήματος – Γερμανία ανοίκεια πατρίδα», ομολογώ πως για πρώτη φορά αναρωτήθηκα γιατί η μάνα μου πήρε επάνω της τόση ευθύνη, γιατί δεν καλύφθηκε με την ταυτότητα θύματος πολέμου, απονεμημένη μαζικά σε εκατομμύρια ανθρώπους, γιατί δεν θεωρούσε μόνον υπεύθυνο για το χαμό των παιδιών της τον Χίτλερ και τη γερμανική πολεμική μηχανή, εύλογα και πιστεύω δίκαια, θα μπορούσε να είχε αποφύγει την επίμονη, συντριπτική, προσωπική τύψη.
            Εκ των υστέρων λοιπόν εννόησα και προσμέτρησα άλλο ένα παράδειγμα αυτού που προσωπικά πιστεύω. Πως ο άνθρωπος, είτε συμπεριλαμβάνεται σε μια αδιαπραγμάτευτη συλλογικότητα, είτε προσχωρεί εκουσίως σε οποιαδήποτε άλλη της επιλογής του, δεν είναι μια επαναλαμβανόμενη ίδια περίπτωση, δεν είναι μία θαμπή φιγούρα μέσα στο πλήθος, η ατομική εσωτερική σπίθα σιγοκαίει και κατά καιρούς φουντώνει, η προσωπική στάση μετράει πάντα, η συνείδηση δεν εξαχνώνεται μέσα σε μια έντονη συλλογική σύνθεση.
            «Αληθινός καλλιτέχνης, άρα θλιμμένος άνθρωπος», έλεγε ο Γκόρκυ. Και οι λογοτέχνες, χωμένοι και συχνά χαμένοι στην ασταθή, ανασφαλή και αυτάρεσκη συλλογικότητα των καλλιτεχνικών δημιουργών, ελπίζουμε κερδίζοντας τρόπαιο θλίψης να γίνουμε κάποτε αληθινοί καλλιτέχνες.
            Ωθούμενοι από τη σφοδρή επιθυμία και ανάγκη για προσωπική έκφραση, διεκδικώντας διαρκώς το πάσο για περιπλάνηση στα τοπία της ανθρώπινης περιπέτειας, για βήματα μέσα στις απαγορευμένες ζώνες, οφείλουμε να διαθέτουμε οξυδέρκεια στον πόνο, στον φόβο, στο άδικο και ετοιμότητα να καταπιαστούμε εθελοντικά με το μελαγχολικό αχανές της οδύνης της ύπαρξης, ακόμη και όταν ψυχανεμιζόμαστε ότι θα λυγίσουμε. Και αυτό συμβαίνει, μάλλον συχνά.
            Ίσως όλη η καλή ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική, η αληθινή τέχνη γενικά, να είναι προϊόν απανωτών υποτροπών των δημιουργών, αφού στη δουλειά τους αποτυπώνεται η αμφιβολία για την αξιοσύνη τους και καταγράφεται η χρόνια αγρύπνια, οι συνέπειες κάθε δοκιμασίας, οι ουλές κάθε απώλειας, οι εμμονές που μειώνονται ή επιδεινώνονται, η βουλιμία για τις πολύπλοκες περιπέτειες του νου, η ταλάντευση ανάμεσα στην απαντοχή και την παραίτηση, η δυσανεξία προς πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας.
           
Ένδον Σκάπτε
          Και στην τέχνη όλα αυτά δεν πρέπει να μοιάζουν με δοκιμιακή τοποθέτηση, δεν πρέπει με επιδέξιο καμουφλάζ να υποκλέπτουν επιστημονικά συμπεράσματα ιστορικών, ανθρωπολόγων, κοινωνιολόγων, ψυχιάτρων.
            Πέρα από τα αναγκαία διαβάσματα και την έρευνα πρέπει να πηγάζουν από το ένστικτο, την αυθορμησία, το ρίσκο του «ένδον σκάπτε» και να εμπεριέχουν τον καϋμό.
            Καθένα από τα μόλις οκτώ λογοτεχνικά βιβλία που έχω γράψει ήταν απότοκο ενός ισχυρού σοκ που με τράνταξε. Όλα αναφέρονται σε κορυφαίες ανθρώπινες εμπειρίες.
            Έρωτας, το πιο ξακουστό συναίσθημα.
            Θάνατος, ο πιο μισητός αφέντης.
            Βαριά αρρώστια, ο πραγματοποιημένος μέγας φόβος.
            Φιλία, η πιο παρηγορητική σχέση.
            Ξενιτιά, η πιο δυνατή κλωτσιά.
            Συμφιλίωση, η έμπρακτη αυτοκριτική.
            Τύψη, το παντοτινό άλγος.
            Λησμονιά, το σκοτεινό κενό.
            Δεν προαποφασίζω σε ποιο λογοτεχνικό ρεύμα ή είδος θα εντάσσεται το βιβλίο που με απασχολεί, ούτε μία φορά δεν είπα και τώρα στρώνομαι για ένα μυθιστόρημα πολιτικό ή ιστορικό ή αστυνομικό ή αισθηματικό ή ψυχογραφικό ή του μαγικού ρεαλισμού ή campusnovel ή μυθιστόρημα ταυτότητας.
            Ωστόσο, αυτό το τελευταίο, η «ταυτότητα» είναι εκ των ων ουκ άνευ.

ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΑ ''ΠΑΙΔΙΑ''!

LinkWithin

http://pentanostimi.blogspot.com/2009/10/blog-post_11.html
Oι ανόητοι θεωρουν οτι το να αστειεύεσαι

σημαίνει πως δεν εισαι σοβαρός

κι οτι ενα παιχνίδι με τις λέξεις δεν αποτελει απάντηση

paul valery

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

ΔΑΝΑΗ -ΑΣ ΕΡΧΟΣΟΥΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ

ΑΛΛΗ ΜΙΣΙΡΛΟΥ

ΔΑΝΑΗ -ΜΙΣΙΡΛΟΥ

ΜΟΝΑΔΙΚΟ--LOU REED-PETE TAOUSEND-PALE BLUE EYES