17/6/16

''Οψιμη σπορά '' - Θανάσης Σκαμνάκης: ''Κυρίως τώρα χρειάζονται οι ποιητές''



Η ομιλία του Θανάση Σκαμνάκη στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής  ''Οψιμη σπορά''
στις 15.6.2016


------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αναρωτιέμαι:
Είναι καιρός να μιλήσουμε για ποίηση;
Σε έναν έκθετο καιρό, πού να μαζεύεις στίχους;
Και τι να πουν;
ή μήπως αυτός ακριβώς είναι καιρός για στίχους; 

Ο Σεφέρης μας έκανε οικείο το στίχο του Χέντερλιν:
“Κι οι ποιητές τι χρειάζουνται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;”

Προσωπικά δεν ξέρω γιατί έθεσε έτσι το ερώτημα ο Χέντερλιν και γιατί το αναπαρήγαγε ο Σεφέρης.
Ίσως να είναι οι μεγαλόψυχοι καιροί που δεν έχουν τόση ανάγκη τους ποιητές!..

Θα προτιμούσα να μην υπάρχει το ερωτηματικό στο στίχο του Χέντερλιν. Ένα θαυμαστικό στο τέλος και μια ανεπαίσθητη αλλαγή, μια μικρή παράλειψη του τι, θα του πήγαινε καλύτερα:
“Κι οι ποιητές χρειάζουνται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό!”.
Θα ’κανα μάλιστα και μια προσθήκη:
“Κι οι ποιητές χρειάζουνται κυρίως σ’ ένα μικρόψυχο καιρό!” 
Ή “Κυρίως οι ποιητές χρειάζουνται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό!”.

Οπότε έτσι δίνω έναν προσανατολισμό.
Μια ιδέα για την ποίηση:
ως απόπειρα ν’ αλλάξει ο κόσμος,
η οποία, απόπειρα, συγκρούεται με την αδυναμία της να τον αλλάξει, αλλά και με την αδυναμία επίσης των άλλων, ιδεών και ανθρώπων, να την αλλάξουν (ο συλλογισμός είναι μια προέκταση ενός συλλογισμού του Παντελή Μπουκάλα).

Ωστόσο αναζητώ ακόμα μιαν απάντηση στο τι είναι η ποίηση.
Όχι με βάση τη θεωρία της λογοτεχνίας.

Ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι όταν ρωτήθηκε να δώσει ορισμό της ποίησης είπε: ”Προσωπικά πιστεύω και πρεσβεύω πως η ποίηση δεν ορίζεται και πως εμφανίζεται στο λόγο μας ως ό,τι μας είναι πιο αγαπητό, ό,τι περισσότερο μας αναστάτωσε, και συντάραξε τα αισθήματά μας και τις σκέψεις μας, ό,τι βαθύτερα ανήκει στην ίδια την αιτία της ύπαρξής μας ή φανερώνεται στην πιο ανθρώπινη αλήθεια του΄ αλλά με μια ψυχική δόνηση που μοιάζει να ξεπερνά την ανθρώπινη δύναμη, και η οποία δεν αποτελεί κατάκτηση ούτε της παράδοσης ούτε της μελέτης, μολονότι τρέφεται αδιάκοπα και από τη μία και από την άλλη. Η ποίηση λοιπόν είναι - και ως τέτοια άλλωστε εκλαμβάνεται - ένα δώρο, ή μάλλον πρόκειται για τον καρπό μιας ευνοϊκής στιγμής, για την έλευση όμως της οποίας είναι απαραίτητη μια υπομονετική και απεγνωσμένη αποζήτηση… Άρα οι τρόποι της ποίησης είναι ατελεύτητοι, τόσοι ακριβώς όσοι και οι ποιητές του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος”. 

Οπότε σύμφωνα με το βολικό αυτό ορισμό - μη ορισμό - η υποκειμενικότητα μου δικαιώνεται.
Αλλά και ένα ψήγμα αντικειμενικότητας γίνεται αναγκαίο, για να μην υποκύψουμε στην αυθαιρεσία του ατομικού.
  
Μεγάλος ποιητής είναι ο Σεφέρης. Μου αρέσει.
Μεγάλος ποιητής είναι ο Ρίτσος. Μου αρέσει. 
Μεγάλος ποιητής είναι ο Έλιοτ. Δεν με συγκινεί. Μου αρέσει;

Συνεπώς;  Ωραίο είναι ό,τι μου αρέσει;
Ούτε αυτό μου αρέσει. Πολύ υποκειμενικό. Πολύ μεταμοντέρνο.

Κι από την άλλη, δεν μπορώ να σκεφτώ και κυρίως να αισθανθώ αντικειμενικά.

Αν ήταν να σκεφτούμε - και αισθανθούμε - με βάση τις θεωρίες, δεν θα μπορούσαμε να δώσουμε ευκρινή απάντηση στα ερωτήματα.

Ο Τζιάκομο Λεοπάρντι, ο μεγάλος ρομαντικός ποιητής της Ιταλίας του 19ου αιώνα, στους Διαλόγους ανάμεσα στον “Τίμανδρο και τον Ελέανδρο”, που γράφτηκε το 1820: “Αν κάποιο ηθοπλαστικό βιβλίο μπορεί να σταθεί ωφέλιμο, νομίζω πως κατά κύριο λόγο θα ήσαν ωφέλιμα τα ποιητικά βιβλία… Ελάχιστα λοιπόν εκτιμώ το ποίημα εκείνο που, σαν ο αναγνώστης το διαβάσει κι αρχίζει να στοχάζεται, δεν θα δημιουργήσει στην ψυχή του ένα τόσο ευγενικό αίσθημα, το οποίο, για μισή ώρα τουλάχιστον, θα τον εμποδίσει να κάνει μια ευτελή σκέψη ή μια ανάξια πράξη”.      

Εδώ συνεπώς βρισκόμαστε. Τι σημαίνει ωφέλιμο; Πως κρίνεται το ωφέλιμο; Ωφέλιμο για ποιόν;
Βλέπετε η εποχή μας θέτει πολλά ερωτήματα. Η αθωότητα έχει απέλθει προ πολλού.

Το κάνει πιο περίπλοκο και ο Σεφέρης όταν γράφει πως “η ποίηση, όσο απελπισμένη κι αν είναι, μας σώζει πάντα, με κάποιον τρόπο, από την ταραχή των παθών”, σχολιάζοντας την “Έρημη χώρα” του Έλιοτ.
Δεν θέλω να σωθώ από το πάθος. Το αντίθετο.  

Αλλά πρέπει να κατασταλάξω. Αιωρούμενος ανάμεσα στον υποκειμενισμό μου και την αντικειμενικότητα.

Και να κάνω μια ορθολογική αρχή.
Γιατί εγώ διαβάζω ποιήματα;
Γιατί οι άλλοι γράφουν ποιήματα;
Ποια είναι κακά, ποιά όχι;

Ας πούμε, δεν ξέρω να πω αν το ποίημα της Τασίας για τον Μαιμακτηριώνα, το Νοέμβρη στο αρχαίο του όνομα, είναι ωραίο αντικειμενικά, αλλά εμένα μου φαίνεται πως είναι, γιατί μου αρέσει και γιατί λέει για ένα συναίσθημα πολύ δικό μου, και δικό μας, της γενιάς μας. Δεν είναι μόνο για μισή ώρα που με εμποδίζει να κάνω ευτελείς σκέψεις. Είναι κάτι σαν όλη μας η ζωή, εκείνο που μας όρισε. Ένας πολύ παλιός πλέον, αλλά πάντα επίκαιρος, Νοέμβρης.   
Συνεπώς, αποφαίνομαι, είναι ωραίο.
Αυτός είναι ένας δικός μου ορισμός, ο τρόπος που ορίζομαι εγώ στο χώρο και το χρόνο, η τοποθέτησή μου στην πραγματικότητα. Από εκεί μπορώ να την κρίνω και να εκτιμήσω τα συμβάντα της.

Αν με αυτό τον τρόπο τοποθετούμε στην αντικειμενική κίνηση τη Ιστορίας, με κάνει να είμαι αντικειμενικός. Εδώ είναι η διαφορά ανάμεσα στην απελπισία του Έλιοτ και το πάθος του Σεφέρη και στη δική μου (δική μας) απελπισία και στο δικό μας πάθος.




Κάνοντας αυτές τις διευκρινίσεις, περί της ποίησης γενικώς, ας έρθουμε στο προκείμενο. Για την ποιητική συλλογή και την ποιήτρια που έχουμε μπροστά μας, Τασία Σταματοπούλου και “Οψιμη σπορά”. 

Συναναστρέφεσαι ανθρώπους χρόνια και μπορεί, τελικά, να είναι σαν να μην τους έχει γνωρίσει. Αρκεί να σου διαβάσουν ένα στίχο τους, για τους μάθεις από την αρχή.
  
Εν προκειμένω, η Τασία. Ό,τι ξέρω γι’ αυτήν υπάρχει στα ποιήματα. Αλλά υπάρχουν κι ακόμα περισσότερα που δεν ξέρω. Που δεν επέτρεψε η καθημερινότητα να εξιχνιάσω. 
Τα μαθαίνω τώρα.
Είμαστε πάντα βιαστικοί και συχνά ανώριμοι να καταλάβουμε το περιεχόμενο των συναναστροφών και των φίλων. “Τρέχει” η καθημερινότητα, δεν προλαβαίνει να σταθεί παρατηρώντας, διεισδύοντας. 

Πάρτε για παράδειγμα το ποίημα που έχει τίτλο

“Αχ Καρυωτάκη”
“Φθονώ τη σιγουριά σας
Εσείς δεν ξυπνάτε τις νύχτες
Παρά μόνο για να αλλάξετε πλευρό
… ”                           (σ. 88-89)

Είναι γραμμένο το 1976.
Κι όσο κι αν μιλάει για τη “σιγουριά των άλλων”, διαβάζοντάς το σήμερα πόσο πολύ μπορείς να δεις μέσα του τη “σιγουριά” των δικών μας! 
Εγώ ζούσα, με έναν ορισμένο τρόπο, σ’ αυτή τη σιγουριά, την οποία ζηλεύει και ειρωνεύεται. Και η ίδια σ’  εκείνη τη σιγουριά συγκατοικούσε.
Ποιό μυστήριο την έβγαλε σε μια τέτοια αμφισβήτηση;
Τότε.
Πιθανόν χωρίς να θέλει και χωρίς να το συνειδητοποιεί;

Ξεδιαλέγω κάποιους στίχους:

“Αλλοίμονο σ’ αυτούς
Που δεν εφευρίσκουν παραμυθία
Και παραμύθια…”  (σ. 19)


Κιβωτός [μαζεύω τα υλικά μου]
“Μαζεύω τα υλικά μου
Κόκκους άμμου
Φύλλα ελιάς
Μια κουβέντα
Που δεν τέλειωσε
Μια θλίψη
Που παραμελήθηκε
Πάνω απ’ όλα
Μαζεύω
Με προσοχή
Ανθρώπους”  (σ. 22)



Σανίδα σωτηρίας”
“Θ’ αγκιστρωθώ στις λέξεις
[το πιο εύκολο δηλαδή]
Ούτε αίμα ούτε δάκρυ
Παραμυθία μοναχά
Σίγουρα πράγματα
Είμαστε τώρα για ρίσκα
Στο κατώφλι του χειμώνα
Ασ’ τη φωνή να πλαντάζει εντός
Ο σώζων εαυτόν σωθήτω
Όπως-όπως με φειδώ
Κινήσεις και ανοίγματα
Χαραμάδες και άλλα κόλπα
Πολυχρησιμοποιημένα
Χρήσιμα άλλοτε
Και τώρα
Απαραίτητα”  (σ. 27)

Ένας μεγάλος απολογισμός σε τόσο λίγα!
 Είναι φανερή η προσπάθεια να βρει τον εαυτό της και να τα βρει με τον εαυτό της. Αλλά η ποίηση - και οι λέξεις - έχουν μια δύστηνο μοίρα (κι ας λέει η Τασία “Θ’ αγκιστρωθώ στις λέξεις [το πιο εύκολο δηλαδή]”  -δεν είναι εύκολο να αγκιστρωθείς στις λέξεις, μπορεί να σε ξεσκίσουν.

Όπως και στο βίο, έτσι στα ποιήματα γίνεται αγώνας. Πως θα εκφράσεις αυτό που συλλαμβάνει η φαντασία, το συναίσθημα. Οι λέξεις αγωνιούν μαζί με τον ποιητή.  
“Τα περισσότερα απ’ όσα μας συμβαίνουν δεν μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα που ποτέ καμιά λέξη δεν καταπάτησε”, λέει ο Ρίλκε.

Αυτό μπορεί να είναι μυστηριώδες και δυστυχές. Μια ζωή να παλεύεις να εκφράσεις αισθήματα και γεγονότα και εν τέλει να αποτυγχάνεις.
Αλλά είναι και συναρπαστικό. Κρατάει ζωντανό το παιχνίδι της ποίησης. Ως μιας βαθύτερης έκφρασης σχέσεων και αισθημάτων.
Συνεπώς την ανάγκη ποιητών και αναγνωστών. Καθενός με τη δική του συνεισφορά, γιατί κι οι αναγνώστες την ίδια αναζήτηση έχουν, συνεπώς κι εκείνοι γίνονται λίγο ποιητές. 

Κι έτσι το μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει ένα ποίημα, ένας στίχος, μερικές λέξεις, καταλήγει μεγαλειώδες. Αποθέωση δημιουργίας και επικοινωνίας.

Η σιωπή μιας ήττας [για τον Κίμωνα]
Ούτε ένα τιμητικό ουρλιαχτό
“εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε ηττημένοι”
Τέτοια ήττα” σ. 44

Δεν μπορώ να αποφύγω ένα σχόλιο τόσο για το ποίημα αυτό, όσο και για όλη τη συλλογή.
Στο λεξιλόγιο τη Αριστεράς άλλοτε οι λέξεις απογοήτευση, απελπισία, απόγνωση ήταν εν ανεπαρκεία, όχι μόνο γιατί εξοριζόταν το συναίσθημα αλλά και γιατί δεν χώραγαν σε ζωές, κυνηγημένες και βασανισμένες αλλά γεμάτες. Τώρα που η ήττα, η ίδια για την οποία μιλάει η Τασία στο ποίημά της, έχει εγκατασταθεί στα προνομιούχα άλλοτε μέρη μας, κυκλοφορούν οι λέξεις αυτές σε όλες τις αποχρώσεις και παραλλαγές τους. Και όλο πιο πολύ παρατηρείται έλλειψη της αισοδοξίας. 
Κι όμως το δίπολο αυτό είναι τόσο συνδεδεμένο, έτσι που χωρίς το ένα να μην υφίσταται το άλλο. 
Τα ποιήματα αναζητούν πάντα μια λύση. Ακόμα κι αν δε το θέλουν.
Τα ποιήματα της Τασίας το επιδιώκουν!   



ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΑ ''ΠΑΙΔΙΑ''!

LinkWithin

http://pentanostimi.blogspot.com/2009/10/blog-post_11.html
Oι ανόητοι θεωρουν οτι το να αστειεύεσαι

σημαίνει πως δεν εισαι σοβαρός

κι οτι ενα παιχνίδι με τις λέξεις δεν αποτελει απάντηση

paul valery

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

ΔΑΝΑΗ -ΑΣ ΕΡΧΟΣΟΥΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ

ΑΛΛΗ ΜΙΣΙΡΛΟΥ

ΔΑΝΑΗ -ΜΙΣΙΡΛΟΥ

ΜΟΝΑΔΙΚΟ--LOU REED-PETE TAOUSEND-PALE BLUE EYES